Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Όταν δύει ο ήλιος

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009
Νύχτες. Όλες τόσο γαμημένα ίδιες. Για την ερημιά που κουβαλάνε. Μετράς το χρόνο σε νύχτες. Και καθώς το μέτρημα μεγαλώνει νιώθεις αυτή την ερημιά να σε βαραίνει. Όχι γιατί δεν την αντέχεις, απλά γιατί ξεσυνήθισες. Βρίσκεσαι σε μέρη γνωστά, οικεία, κι όμως νιώθεις ξένος. Ψάχνεις να βρεις κι εσύ δεν ξέρεις τι. Δεν σε νοιάζει. Δεν σε ενοχλεί. Κι όμως πιάνεις τον εαυτό σου να ψάχνει να την βρει φευγαλέα ανάμεσα στο πλήθος. Όχι γιατί την θες ακόμα, απλά γιατί αυτό το κορμί σου λείπει.
Σου λείπει. Αλλά δεν είναι μοναξιά. Όχι. Είναι ερημιά. Και πριν μόνος ήσουν, αλλά το κάλυπτες. Τώρα όμως το βλέπεις καθαρά, την γυμνή αλήθεια. Πόσο δέσμιος είσαι αυτής της γαμημένης ερημιάς. Πάντα. Κάθε νύχτα. Και λίγο πριν σε πάρει ο ύπνος, ελπίζεις. Ελπίζεις πως δεν είσαι μόνος. Πως υπάρχουν κι άλλοι.
Και τότε ξυπνάω...βλέπω ανθρώπους που οι περισσότεροι είναι μάζες από κόκαλα και σάρκα. Περιφέρονται άσκοπα. Δίχως νόημα σε αυτό που λέμε ζωή. Κάνουν δουλειές που δεν τους αρέσουν, ζουν σε πόλεις που δεν τους χωράνε, πλαγιάζουν με κορμιά που δεν τους ξεκουράζουν. Επιβιώνουν, αυτό κάνουν. Συνεχίζω να ελπίζω και τρίβω τα μάτια μου να δω καλύτερα. Τα ίδια. Αυθάδικα αρσενικά που μυρίζουν καταπιεσμένες ορμές επαίρονται σαν θεριά μέσα στα κλουβιά τους. Αλλόφρονα θηλυκά ντυμένα τη λαγνεία κατάσαρκα, στερημένα από οργασμούς και αγκαλιά. Παιδιά χωρίς μέλλον. Μόνο ένα παρόν με δόσεις.
Είμαστε ό,τι τρώμε, ό,τι πίνουμε, ό,τι φοράμε, ό,τι οδηγάμε, ό,τι πηδάμε. Τίποτα παραπάνω. Τίποτα παρακάτω. Καμία τρύπα να χωθούμε. Καμία σκιά να κρυφτούμε. Μας μάθανε να ζούμε μπροστά στα μάτια των άλλων. Όχι πια μέσα μας. Οι άνθρωποι πλέον σε κοιτάνε δεν σε βλέπουν. Έχουν γίνει ζόμπι. Δεν τους νοιάζει. Δεν τους νοιάζεις. Ο καθένας μόνος του είναι καλύτερα. Πολλές στιγμιαίες μοναξιές, όμως, δεν μας κάνουν μια μεγάλη.
Και η ερημιά μεγαλώνει. Ο έρωτας πλέον κρύβεται ανάμεσα σε δύο ποτά, ένα χαμόγελο, μια ατάκα, ένα κερασμένο σφηνάκι. Κι αφού καλυφθούν επιδερμικά οι όποιες ορμές και οργασμοί ακολουθεί μια κρύα καληνύχτα, ένα τα "λέμε" που πέφτει κομμάτι φτηνό. Και μετά, μονά κρεβάτια με καυλωμένα όνειρα.
Μέρες. Όλες με βλέμμα αγουροξυπνημένο μπροστά στον καθρέφτη. Με μια σκέψη θολή... "Άντεξες, θα αντέξεις".

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου