Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Να σας πω ένα μυστικό; Τον είδα...

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Περπατούσε μόνος, περιπλανώμενος σε μοναχικούς κόσμους, ταξιδεύοντας γύρω από αιώνια τοπία που θόλωναν κάτω από τα βήματά του. Θέλησε να γνωρίσει το άρωμα του ονειρικού. Και στο ταξίδι του γεμάτος όνειρα συνέλεξε τη φαντασία που παγιδεύτηκε στα αστέρια, τους στεναγμούς που φέρνει ο αέρας μεταξύ σούρουπου και αυγής. Άμορφα πλάσματα που ζουν στα όνειρα τον επισκέφτηκαν και του δίδαξαν την ουσία της ευγενικής αφής του πάθους.
Συνέλαβε στο σημειωματάριό του όλα εκείνα τα όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν, τις σκοτεινές προδοσίες του μυαλού, τις ευωδιές της σφοδρής πραγματικότητας που δεν θα ζήσει ποτέ. Γιατί δεν ζει το παρόν, ούτε το παρελθόν ή το μέλλον. Είναι η σκιά που ακολουθεί τον αέρα, ο ήχος που συνοδεύει τη φαντασία από τον ονειρόκοσμο. Ψάχνει την ομορφιά στο σκοτάδι, το πάθος στη νωθρότητα και κάθε στεναγμός τον βυθίζει σε έναν κόσμο όπου η δημιουργία είναι ζωή.
Μερικές φορές αισθάνθηκε πως ο χρόνος γλίστρησε ανάμεσα από τα δάχτυλά του και σε κάθε δευτερόλεπτο τα σκοτεινότερα φαντάσματα θα τον υπερνικούσαν. Ξύπνησε όμως από τη λιτανεία του με ένα πνεύμα δημιουργικό και οι αισθήσεις του, οι φόβοι του, εξαφανίστηκαν στη δημιουργία.
Κλείσε τα μάτια και σε κάθε σπινθήρισμα της καρδιάς σου θα καθρεφτίσει τους φόβους της ψυχής σου. Τα σχέδια του θα σε τραβήξουν βαθιά μέσα στον κόσμο του. Σε έναν κόσμο όπου ζουν τα όνειρα που αφήνουμε.

1 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

ΕΓΩ ΤΟΝ ΒΛΕΠΩ ΣΧΕΔΟΝ ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΥ!

Είναι εκεί ανάμεσα στον κόσμο. Και κάθε φορά που τον βλέπω κάνει κάτι, χωρίς να κάνει τίποτα κι αυτό το τίποτα που δεν κάνει εμένα με κάνει να νιώθω όμορφα, σα να είμαι χαρούμενος... Τι να πω...
Κοιτάζει γύρω του με μια μωρουδίστικη κι αθώα πονηράδα. Ρίχνει μια ματιά έξω στο δρόμο να δει αν το σκοτάδι είναι αρκετά πυκνό για να αρχίσουν να κολυμπάνε άνετα τα όνειρα πάνω από την άσφαλτο και μέχρι τα μπαλκόνια των ρετιρέ, ώσπου να λαχανιάσουν και να πέσουνε μέσα στους κάδους με τα σκουπίδια στους δρόμους. Τους δρόμους που για κείνον είναι πάντα πεδία μάχης ανάμεσα σε δράκους με δαγκωμένα αυτιά κι αρχάγγελους με δυνατά μπρατσάκια και καθαρά νύχια, σαν αυτούς που ζωγραφίζει.

Μετά στρίβει ένα τσιγάρο, πίνει μια γουλίτσα, μετράει μαζί μας τα ψυχάκια του για να μη χάσει το λογαριασμό και μας μαρτυράει χίλια όνειρα κι άλλους τόσους εφιάλτες. Γυρνάει πάλι το κεφάλι για λίγο κι εγώ ξέρω ότι η ματιά του κάνει ένα σάλτο και κρεμιέται από τα πολύφωτα, από ‘κει πηδάει στα καδράκια και ξεσκονίζει τρυφερά τις ζωγραφιστές κορνίζες κάνει μια βουτιά προς τα έξω και τσακώνεται με την τζαμαρία που δεν την αφήνει να βγει στην φθινοπωρινή υγρασία και να ποτίσει τις άσπρες ζαρντινιέρες στο πεζοδρόμιο.

Γυρνάει πάλι σε μας, ρουφάει τζούρα, γελάει, καταπίνει ευγενικά τη σταγόνα που ξέμεινε στο σφηνάκι.
Παίρνει τα μπουκάλια αδειανά από τα παραμύθια που ήπιαμε μονορούφι και τα πάει στην ανακύκλωση, για να ξαναγεμίσουνε ίσαμε αύριο με τις ελπίδες μας, τα μυστικά μας, τα ψιθυριστά λόγια της καύλας μας στο αυτί κάποιου άλλου, τα εικοσιτετράωρα όνειρα μας για μεθαύριο που έχουμε ρεπό και πιστεύουμε πως ο κόσμος όλος θα έρθει και θα μας φιλήσει τα πόδια, αφού πρώτα τα πλύνει με τα δάκρυα του και τα σκουπίσει με τα φτηνά εξτένσιον από το ψωριασμένο του κεφάλι και άλλα τέτοια εντυπωσιακά

Κρεμάει λοξά το τσαντάκι του σαν τα φισεκλίκια ενός μικρού ήρωα, μας μοιράζει από ένα φιλί, σαν βραδινή Θεία Μετάληψη και βγαίνει έξω στον υπόλοιπο Πλανήτη που αχνίζει από τα ροχαλητά των δίποδων ζωντανών. Καβαλάει το μηχανάκι του σαν άλλος σταυροφόρος ιππότης το φτερωτό του άτι. Σηκώνει το κεφάλι να δει αν η Νύχτα έχει κάτσει βολικά στον άπλυτο σβέρκο της παχύδερμης πόλης και της κλείνει τσαχπίνικα το μάτι. Αυτή του χαμογελάει λάγνα με τα νέγρικα χείλια της, σηκώνει το χέρι της το μακρύ το αριστερό και ανάβει όλα τα φανάρια πράσινα, για να βάλει πρώτη και να φύγει φουλάρα, να μην τον σταματήσει τίποτα στον ίσιο δρόμο που θα τον βγάλει στο παιδικό του καστράκι, όπου τον περιμένει η Αλήθεια του, τα εκατό χρόνια της μέρας, σαν άλλη κοιμωμένη ωραία, να την ξυπνήσει μ’ ένα ζουμερό γλωσσόφιλο και να κάνουνε έρωτα χωρίς καπότα μέχρι η Μέρα να λαλήσει τρεις φορές στέλνοντας τα παιδιά της σχολείο. Μετά δεν ξέρω τι κάνει και ούτε που με νοιάζει! Μου φτάνει ότι τον βλέπω σχεδόν κάθε βράδυ. Και τον αγαπάω. Φίλος μου είναι ρε!
B.X.

Δημοσίευση σχολίου