Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

vodka

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011
Βότκα. Τώρα βότκα. Εδώ και πολλά χρόνια βότκα. Με βοηθάει. Η βότκα βοηθάει κάθε μοναχική ζωή. Η μοναξιά γίνεται σχεδόν ωραία με τη βότκα. Σίγουρα πιο υποφερτή, σχεδόν γοητευτική. Μια γυναίκα μόνη που πίνει βότκα και γράφει. Και κλαίει, αλλά αυτό μπορούμε να το παραλείψουμε για τις ανάγκες μιας ωραίας εικόνας. Πίνεις βότκα κι ανακαλύπτεις το Θεό. Ο Θεός είναι ο χρόνος. Αυτός ορίζει τη ζωή μας. Ακόμα και το πιο μεγάλο ταλέντο, ακόμα και ο πιο μεγάλος έρωτας, είναι στη δικαιοδοσία του χρόνου, στο έλεος του χρόνου. Σήμερα είναι ό,τι πιο σημαντικό κι αύριο δεν είναι τίποτα. Καθόλου. Ο χρόνος είναι αυστηρός. Αν δεν είσαι στην ώρα σου, δεν παίρνεις απλώς απουσία, παίρνεις ανυπαρξία. Πρέπει να είσαι έτοιμος ν’ αναγνωρίσεις τη στιγμή, τους σωστούς ανθρώπους, πρέπει να είσαι ώριμος, πρέπει να ξέρεις τι θέλεις, αν αγαπάς κα μέχρι πού, να είσαι θαρραλέος, να ρισκάρεις, να μην επαναπαύεσαι, να μην κάθεσαι πάνω στο φόβο σου, ούτε πάνω στο ποιος νομίζεις ότι είσαι, να είσαι έτοιμος ν’ αλλάξεις ανάλογα με το τι θες, με το τι έχεις ανάγκη, με το ποιον έχεις απέναντί σου και πόσο σημαντικός είναι για σένα. Αλλιώς, βότκα. Αλλιώς, μιζέρια, μικροαστισμός, δυστυχία, αλλιώς, πεθαίνεις με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Όσο σε κρατήσει η βότκα και μετά πεθαίνεις. Μπορεί να μη σε κηδέψουν ακόμα, μπορεί να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να πάρουν χαμπάρι ότι πέθανες, να πάρεις χαμπάρι ότι πέθανες και να ξαπλώσεις επιτέλους και να κλείσεις τα μάτια, αλλά και η κηδεία είναι σαν το γάμο. Μια τυπικότητα, κάτι που απλώς τακτοποιεί κάποια πράγματα, για τη γραφειοκρατία. Κάτι που συγκεντρώνει ξανά μαζί τους συγγενείς. Για να χαρούν ή για να λυπηθούν, δεν έχει σημασία. Καθένας χαίρεται ή λυπάται τις δικές του προσωπικές χαρές και λύπες. Βότκα λοιπόν, αφού για τ’ άλλα δεν είμαστε ικανοί. Keep the spirit up, live on the spirit, since your spirit is absent.

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Ο ορισμός του ντεκαυλέ

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011
Όταν δεν έχεις όρεξη για τίποτα. Ούτε να τσακωθείς, ούτε να διεκδικήσεις. Ούτε να σταματήσεις, ούτε να συνεχίσεις. Ντεκαυλέ είναι όταν ακινητοποιείσαι συναισθηματικά. Όταν δεν έχεις επαφή με τα συναισθήματά σου, με τις επιθυμίες σου. Είναι ένα βούλιαγμα στην απάθεια, μια απονέκρωση. Δε θες ούτε καν να μιλήσεις για ό,τι σου συμβαίνει. Είναι αυτό που λέμε «δε μου κάνει διαφορά». Είναι που γίνεσαι σα ζόμπι. Δεν είναι θλίψη, δεν είναι θυμός, δεν σε πνίγει το άδικο, είναι, ίσως, απογοήτευση, είναι που δεν σε νοιάζει πια, είναι παραίτηση. Μπορείς να κάνεις ό,τι έκανες και πριν, χωρίς κέφι όμως, χωρίς επιθυμία, χωρίς να ονειρεύεσαι, χωρίς να προσπαθείς. Μπορείς να μείνεις για πάντα έτσι, είναι πολύ επικίνδυνο. Τα παιδιά δεν είναι ποτέ ντεκαυλέ. Μόνο οι μεγάλοι. Όταν είσαι ντεκαυλέ μπορείς να αφεθείς σε οτιδήποτε. Μπορείς να αφεθείς στην κατάχρηση, όπως και στην παρανομία, στο παραστράτημα, στο σεξ, στο θάνατο. Χωρίς πρόθεση. Γιατί όταν είσαι ντεκαυλέ δεν ξέρεις τις προθέσεις σου. Τα κάνεις όλα. Με άδειο βλέμμα και κρύα καρδιά. Το ντεκαυλέ είναι εχθρικό προς την τέχνη, προς τον έρωτα, προς τη ζωή. Και βλαβερό. Βλάπτει σοβαρά την υγεία. Όταν είσαι ντεκαυλέ παριστάνεις ότι ζεις. Δεν ζεις όμως. Είσαι λειτουργικός. Μέχρι εκεί. Το ντεκαυλέ προκαλείται από συναισθήματα που δεν είσαι πρόθυμος να βιώσεις. Ένας ισχυρός θυμός που φοβάσαι ότι αν έρθεις σε επαφή θα χάσεις τον έλεγχο, μένει ανενεργός και υποκαθίσταται από το ντεκαυλέ. Μια μεγάλη στεναχώρια που φοβάσαι ότι αν της παραδοθείς δε θα καταφέρεις να ξανασηκωθείς από το πάτωμα, εύκολα υποκαθίσταται από το ντεκαυλέ. Το ντεκαυλέ είναι υποκατάστατο άλλων συναισθημάτων, όπως το φαί είναι υποκατάστατο για το σεξ. Μόνο που το ντεκαυλέ είναι πιο επικίνδυνο και βλαβερό. Το πολύ φαί σε κάνει χοντρό. Το πολύ ντεκαυλέ σε κάνει νεκρό.