Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

Υπάρχουν φαντάσματα;

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010
Ναι, υπάρχουν. Μόνο που δεν εμφανίζονται ξαφνικά μέσα στο σπίτι μας, δεν προβάλουν απρόσμενα κάτω από το κρεβάτι,πίσω από την κουρτίνα, δεν πετούν πάνω από το κεφάλι μας, ούτε περνούν πίσω από την πλάτη μας κάνοντάς μας να ανατριχιάζουμε. Ανατριχιάζουμε, βέβαια, τρέμουμε σύγκορμοι, πολλές φορές, κυρίως όταν συνειδητοποιούμε ότι εμείς τους ανοίξαμε την πόρτα και μπήκαν. Κι όχι μόνο τους ανοίξαμε την πόρτα, αλλά δεν την κλείσαμε πίσω τους μόλις έφυγαν. Τα φαντάσματα υπάρχουν γιατί εμείς τους επιτρέπουμε να υπάρχουν: όταν δε λέμε αντίο, όταν δε βάζουμε τελεία, όταν δεν είμαστε διατεθειμένοι να προχωρήσουμε παρακάτω, να γυρίσουμε σελίδα, να πούμε "δεν υπάρχει τίποτα άλλο εδώ για μένα". Τα φαντάσματα είναι συνήθως άνθρωποι που δεν παίρνουν την ευθύνη να σχετιστούν ή να μη σχετιστούν. Μπορεί να είναι καταθλιπτικοί, μπορεί να έχουν άλλη σχέση, μπορεί να είναι υπερβολικά ανώριμοι, νάρκισσοι, ψυχικά ασταθείς, συναισθηματικά αποδομημένοι. Μπαινοβγαίνουν στη ζωή μας με τον αέρα της γοητείας του απρόβλεπτου, με το διαβατήριο του ανολοκλήρωτου, του απωθημένου, τους καλοσωρίζουμε κάθε φορά γιατί δεν προλάβαμε να τους χορτάσουμε και ξέρουμε ότι αυτό δε θα γίνει ποτέ. Δε λένε ποτέ ούτε ναι, ούτε όχι. Η έλευση και η αποχώρησή τους δεν εξαρτάται καθόλου από τις ανάγκες και τις επιθυμίες των άλλων. Δεν δημιουργούν ποτέ σχέση, παρά μόνο συνθήκες σχέσης: όταν είναι εκεί, είναι απόλυτα παρόντες, γι' αυτό και εμείς οι απλοί θνητοί νομίζουμε ότι επικοινώνησαν μαζί μας, ότι συναντηθήκαμε βαθειά μαζί τους- όμως, όχι, όσο απόλυτη είναι η παρουσία τους, τόσο απόλυτη είναι και η απουσία τους μόλις φύγουν. Δεν παίρνουν τίποτα μαζί τους, δεν επηρεάζονται καθόλου από τη συνάντησή τους με τους άλλους, είναι σαν η συνάντηση αυτή να μη συνέβη ποτέ πραγματικά, σαν να την είδαν στο σινεμά, ή σαν να την έπαιξαν στο θέατρο. Κι εμείς που ζούμε αφύλαχτες ζωές, που σέρνουμε απώλειες από την παιδική μας ηλικία, που δεν έχουμε μεγαλώσει αρκετά για να πάρουμε την ευθύνη μας, αφήνουμε μόνιμα την πόρτα ανοιχτή, για να μπαινοβγαίνουν τα φαντάσματα. Κι έτσι δεν μπαίνει κανένας άλλος, κι αν μπεί, δεν κάθεται, γιατί ποιός θέλει να μείνει σ' ένα στοιχειωμένο σπίτι;

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010
Στις παραδοσιακές κοινωνίες ο γάμος μετά από συμφωνία των γονέων ήταν ο κανόνας, και κριτήρια ήταν η οικογένεια, το κοινωνικό στάτους, η υγεία και τα λοιπά. Ο γάμος ήταν περισσότερο μια συμμαχία οικογενειών παρά ατόμων. Χρησίμευε για τη διατήρηση της κοινωνικής τάξης και της οικογενειακής περιουσίας, καθώς και για την ένταξη των παιδιών στον κοινωνικό ιστό. Καμία παραδοσικαή κοινωνία δε λάμβανε υπόψη τα αυθόρμητα ερωτικά συναισθήματα ως έγκυρη βάση για σχέσεις διαρκείας ανάμεσα σ' έναν άντρα και σε μια γυναίκα. Επίσης, καμία πρώιμη κοινωνία δεν αποπειράθηκε- ούτε φυσικά πέτυχε- να ενώσει το ρομαντικό έρωτα, το σεξ και το γάμο σ' έναν ενιαίο θεσμό. Ο ελληνικός πολιτισμός συνέδεε σεξ και γάμο, αλλά κρατούσε το ρομαντικό έρωτα για τις σχέσεις μεταξύ αντρών και νεαρών. Στους έρωτες των αυλικών του 12ου αιώνα, απ' όπου προέρχονται και οι ιδέες μας γύρω από το ρομάντζο, ο έρωτας μεταξύ άντρα και γυναίκας ήταν επισήμως διαχωρισμένος από το γάμο. Δεν ήταν παρά το 19ο αιώνα που οι βικτωριανοί συνέλαβαν μια οπτική του γάμου βασισμένη σε ρομαντικά ιδεώδη. Αλλά το σεξ ήταν εξορισμένο: η γυναίκα θεωρούνταν άρρωστη αν είχε ερωτική επιθυμία η ικανοποίηση. Η χαρά του σεξ έμενε εκτοπισμένη στα πορνεία. Είναι πολύ πρόσφατη η αντίληψη πως ο έρωτας, το σεξ και ο γάμος οφείλουν να συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Είμαστε οι πρώτοι που προσπαθούν να ενώσουν το ρομαντικό έρωτα, το σεξουαλικό πάθος και την δέσμευση της μονογαμίας σε μία μόνο συνθήκη. Σύμφωνα με τη Μάργκαρετ Μεντ είναι μία από τις πιο δύσκολες μορφές γάμου που έχει επινοήσει η ανθρώπινη φυλή.

Απόσπασμα από το Challenge of the heart, του John Wellwood